Social Media και Τουρισμός: Από τα «likes» στη «διαχείριση των προορισμών»

«Αν δεν το ανέβασες στο instagram πήγες πραγματικά;» Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) η απάντηση για πολλούς ταξιδιώτες είναι μάλλον «όχι».

Οι πλατφόρμες δεν καθορίζουν απλώς τις επιλογές μας, αλλά διαμορφώνουν εμπειρίες, αναδεικνύουν προορισμούς και πολλές φορές αλλάζουν την ουσία του ίδιου του ταξιδιού. Από τη Σαντορίνη μέχρι το Βιετνάμ, η δύναμη της εικόνας έχει μετατρέψει τις διακοπές σε δημιουργία περιεχομένου, με όλα τα θετικά και αρνητικά που αυτό συνεπάγεται.

Δημοφιλείς προορισμοί δέχονται πίεση και άγνωστα μέρη γίνονται «viral». Το hashtag γίνεται «ταξιδιωτικός οδηγός» και τα «trend» στο Τικ Τοκ δημιουργούν επιρροή. Οι φωτογραφίες, τα βίντεο και το μοίρασμα στα κοινωνικά δίκτυα είναι πλέον ένα κομμάτι της νέας πραγματικότητας και κυρίως των ταξιδιωτών μικρών ηλικιών, αλλά όχι μόνο. Μάλιστα, αυτή η εξελισσόμενη τάση ενισχύεται και με τη δημιουργία ειδικών «προϊόντων» με σκηνικά φωτογράφισης, flying dresses και άλλα πολλά.

Η Σαντορίνη με τα λευκά σοκάκια και τους μπλε τρούλους, η Μύκονος με τη Μικρή Βενετία, η Πορτάρα στη Νάξο, τα Μετέωρα, οι καταρράκτες της Σαμοθράκης, τα πολύχρωμα αρχοντικά της Σύμης, είναι μόνο μερικά από τα spots που κυριαρχούν στις αναρτήσεις.

Η δύναμη του user generated content

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει πάρα πολύ τον τρόπο που οι άνθρωποι ταξιδεύουν, γιατί έχουν δημιουργήσει αυτό που λέμε “user generated content”», εξηγεί ο Δημήτρης Μπούχαλης, καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Ηλεκτρονικού Τουρισμού στο Πανεπιστήμιο Bournemouth, μιλώντας στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. «Παλιά το μήνυμα ήταν υπό έλεγχο, όταν κάποιος φορέας δημιουργούσε ένα brand. Τώρα, η εικόνα διαμορφώνεται από τους επισκέπτες και καταναλωτές. Πρόκειται για συνδημιουργία αξίας, όπου ο χρήστης συμμετέχει ενεργά και επικοινωνεί με άλλους».

Σύμφωνα με τον κ. Μπούχαλη, η αλλαγή αυτή είναι «διαρθρωτική και εκδημοκρατίζει το ταξίδι». Οι ταξιδιώτες έχουν πλέον καλύτερη εικόνα του προορισμού, καθώς βλέπουν πραγματικές εμπειρίες και σχόλια άλλων. Οι όμορφες εικόνες ενισχύουν θετικά την επιλογή, ενώ οι αρνητικές κριτικές μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. «Υπάρχουν προορισμοί που αναδείχθηκαν μόνο μέσα από τα social media, όπως το Βιετνάμ», σημειώνει.

«Honeypots» και πίεση στους προορισμούς

Η επιρροή αυτή, ωστόσο, έχει και παρενέργειες. «Δημιουργούμε “honeypots”, σημεία που συγκεντρώνουν ξαφνικά τεράστιο ενδιαφέρον για φωτογράφιση», λέει ο κ. Μπούχαλης. «Από τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο μπροστά στο Big Ben, όπου περιμένει ο κόσμος δύο ώρες για μια φωτογραφία, μέχρι τη Rue Cremieux στο Παρίσι, που έγινε viral μόνο μέσα από το Instagram. Στη πρώτη περίπτωση, το σημείο δεν ήταν άγνωστο. Υπήρχε από πάντα και στις διαφημιστικές μπροσούρες. Στη δεύτερη, όμως, ο δρόμος αυτός έγινε γνωστός και δημοφιλής μόνο από τις φωτογραφίες των επισκεπτών. Φυσικά και στην Ελλάδα έχουμε τέτοια σημεία και μάλιστα πάρα πολλά. Τη Μικρή Βενετία στη Μύκονο, το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη, το Σούνιο κ.ά.».

Αλλά τι γίνεται όταν οι τάσεις συγκρούονται με την ιερότητα ενός τόπου; «Τα Μετέωρα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως ένα κοσμικό σημείο. Χρειάζεται διαχείριση», υπογραμμίζει. Η λύση; «Να αναδείξουμε και άλλα μέρη, να δημιουργήσουμε νέες “Instagramικές” ευκαιρίες, ώστε να μοιραστεί η πίεση. Και φυσικά, να βάλουμε πλαίσιο με κανόνες και αντίτιμο όταν πρόκειται για μνημεία». Υπενθυμίζεται ότι ο συγκεκριμένος προορισμός έλκει περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο ετησίως.

Η εμπειρία ξεναγών: Από το σεβασμό στη φωτογραφία

Ο ξεναγός και δημοσιογράφος της UNESCO, Κωνσταντίνος Σφήκας, περιγράφει μια καθημερινότητα όπου η ανάγκη για φωτογραφίες σαφώς υπάρχει όπως και στο παρελθόν, αλλά σήμερα έχει γίνει πιο έντονη γιατί αφορά σε μια νέα πραγματικότητα. «Εμείς ως ξεναγοί και στα γκρουπ μας οφείλουμε -και το κάνουμε- να εξηγούμε στον κόσμο ότι δεν καθόμαστε οπουδήποτε, δεν ακουμπάμε, δεν ανεβαίνουμε, δεν ασχημονούμε στα αρχαία. Δεν ντυνόμαστε με τρόπο που δεν αρμόζει», τονίζει και προσθέτει: «Χρειάζονται φύλακες και πινακίδες. Διότι είναι πολύ φυσικό για κάποιους να καθίσουν επάνω στις πέτρες σε έναν αρχαιολογικό χώρο. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζουν μέσα από δικές μας υποδείξεις και επισημάνεις πινακίδων με ανάλογα μηνύματα για να καταλάβουν ότι δεν επιτρέπεται και να προφυλάξουμε τα μνημεία μας».

Η πίεση για φωτογραφίες οδηγεί συχνά σε απώλεια της ουσίας. «Σαφώς υπάρχουν άτομα που τους ενδιαφέρει περισσότερο το Instagram και λιγότερο να ακούσουν και να μάθουν. Αλλά δεν είναι όλοι έτσι. Στα γκρουπ μας, επειδή υπάρχει καθοδήγηση, διατηρείται ένα επίπεδο ποιότητας. Το σημαντικό είναι ότι μαθαίνουν για τον τόπο που επισκέπτονται και να χαίρονται την εμπειρία». Όπως αναφέρει ο κ. Σφήκας, από τη δική του ματιά, οι τουρίστες που ταξιδεύουν Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, αλλά και οι Αμερικανοί και Βρετανοί, είναι συχνά πιο προετοιμασμένοι και ενσυναισθητικοί. «Η παιδεία όμως ξεκινά από το κράτος, με ανοιχτά μουσεία, ενημερωτικές πινακίδες και φύλακες», σημειώνει.

Ποικιλία αναγκών

Όπως επισημαίνει ο κ. Μπούχαλης, οι ανάγκες των τουριστών αλλάζουν ανά εποχή και ηλικία και δεν κινητοποιούνται όλοι από τις ίδιες προσδοκίες. «Σε πολυτελή ξενοδοχεία, για παράδειγμα στο Χονγκ Κονγκ, παρατηρούμε συχνά να έρχονται επισκέπτες με το βαλιτσάκι τους για να κάνουν φωτογράφιση με διαφορετικά ρούχα. Αυτό για μια μερίδα τουριστών είναι η ανάγκη τους, την οποία δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε. Κάθε άνθρωπος ταξιδεύει για τους δικούς του λόγους. Άλλοι ταξιδεύουν για θρησκευτικούς λόγους, άλλοι για τη φωτογραφία και άλλοι για τον πολιτισμό, τη γαστρονομία ή και όλα μαζί. Αυτό που χρειάζεται είναι να ακούσουμε όλες τις ανάγκες και να διαμορφώσουμε μια στρατηγική για την ανάδειξη, αλλά και την προστασία του προορισμού».

Η άποψη των influencers: Από τα likes στο digital detox

Η travel blogger Βασιλική Παπακωνσταντή βλέπει το φαινόμενο και από την πλευρά των χρηστών. «Σε ένα βαθμό, ο στόχος είναι η φωτογραφία. Υπάρχει η αίσθηση ότι αν δεν φωτογραφηθείς κάπου, είναι σαν να μην έχεις πάει», λέει. «Ταυτόχρονα, όμως, αναπτύσσεται η ανάγκη για ιδιωτικότητα και “digital detox”».

Τα όρια δοκιμάζονται καθημερινά. «Έχουμε δει τουρίστες να καταπατούν ιδιωτικούς χώρους για μια φωτογραφία. Στις σκεπές σπιτιών στη Σαντορίνη ή στις εκκλησίες, που έχουν μετατραπεί σε σκηνικά επαγγελματικών φωτογραφίσεων». Ωστόσο, η ίδια παρατηρεί και μια νέα τάση: «Επιστροφή στο “real” περιεχόμενο, σε πιο αυθεντικές στιγμές και μέρη».

Η Σαντορίνη αποτελεί χαρακτηριστικό «case study» για την ίδια. «Έγινε ακόμη πιο γνωστή παγκοσμίως μέσα από τα social media, είναι όμορφη; Ναι. Αλλά χάθηκε το μέτρο». Και όπως εξηγεί, «τα social media επηρεάζουν ξεκάθαρα τις τάσεις και αυτό θα συνεχιστεί. Θα ταξιδεύουμε για likes γιατί ικανοποιούμε κοινωνικές ανάγκες. Αλλά με την άνοδο του “wellness tourism” και του “digital detox”, θα αλλάξει ο τρόπος. Θα ανεβάζουμε περιεχόμενο, αλλά ίσως όχι την ίδια ώρα, αφήνοντας περιθώριο να ζήσουμε τη στιγμή».

Το ζητούμενο πλέον είναι η διαχείριση. Σεβασμός στους τόπους, κατανόηση των αναγκών των επισκεπτών και στρατηγική για ένα βιώσιμο τουριστικό μέλλον. Γιατί, όπως συμφωνούν όλοι, τα social media δεν είναι απλώς εργαλείο προβολής. Είναι ο καθρέφτης του τρόπου που ταξιδεύουμε. Και εκείνοι που τα χρησιμοποιούν είναι και αυτοί που επηρεάζουν το αφήγημα.

Νικόλ Καζαντζίδου

©amna.gr
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com