Paul Waldman / Ο Τζο Μπάιντεν ίσως να μην είναι τελικά ένας τόσο κακός υποψήφιος

του Paul Waldman*

Όταν ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι θα είναι για τρίτη φορά υποψήφιος για την προεδρία, δεν είχε το ύφος νικητή. Οι πρώτες δύο προσπάθειές του ήταν τραγικές, έχει φήμη γκαφατζή και είναι ένας ηλικιωμένος λευκός σε ένα κόμμα που χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία. Δεν ήμουν λοιπόν ο μόνος που διαφώνησα ανοιχτά με αυτή την πρόταση.

Αρχίζω όμως να σκέφτομαι ότι είχα άδικο. Υπάρχουν ακόμη πολλά ερωτήματα για το τι πρόεδρος σχεδιάζει να είναι ο Μπάιντεν και πολλά πεδία όπου θα μπορούσε κανείς να τον επικρίνει. Τόσο για ουσιαστικούς όσο και για πολιτικούς λόγους, όμως, περνάει πάνω από τον πήχη.

Ας δούμε πρώτα την ουσία. Αν και ο Μπάιντεν είναι πιο μετριοπαθής απ’όσο θα ήθελαν πολλοί φιλελεύθεροι, αυτό που ενοχλούσε τους περισσότερους επικριτές του ήταν η έλλειψη οράματος. Στη διάρκεια των προκριματικών εκλογών υποστήριζε ότι η απομάκρυνση του Τραμπ θα ισοδυναμεί απλώς με επιστροφή του ρολογιού τέσσερα χρόνια πίσω, όταν όλα ήταν καλά.

Αυτό θα ήταν μια χαμένη ευκαιρία δεδομένων των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Κι ενώ ο Μπάιντεν υποστήριξε στην αρχή της εκστρατείας του μερικές αξιόλογες θέσεις για το σύστημα υγείας, έμοιαζε περισσότερο να παρουσιάζει τον εαυτό του ως μια μετριοπαθή εναλλακτική λύση στον Μπέρνι Σάντερς ή στην Ελίζαμπεθ Γουόρεν, παρά ως ένας υποψήφιος με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Τώρα, όμως, ο Μπάιντεν όχι μόνο συνεργάζεται με τον Σάντερς και τη Γουόρεν, αλλά μιλάει σαν κι αυτούς. Η πανδημία, η ύφεση και οι ταραχές για την αστυνομική βία τον έχουν μεταμορφώσει. Στις συνεντεύξεις του υπόσχεται ότι η κυβέρνησή του θα παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη θεραπεία των υγειονομικών, οικονομικών ή φυλετικών δεινών της χώρας. Το μοντέλο του τώρα είναι ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ.

Θα πει κανείς ότι αυτά είναι λόγια, αλλά έχουν και τα λόγια τη σημασία τους, καθώς δημιουργούν προσδοκίες, που ο Μπάιντεν θα πιεστεί να εκπληρώσει.

Και ο Μπάιντεν ανταποκρίνεται στις πιέσεις. Πολλές φορές έχει αλλάξει θέση σε διάφορα ζητήματα, βλέποντας ότι μετατοπίζεται το κέντρο βάρους στο Δημοκρατικό Κόμμα. Αν νικήσει, το κέντρο του κόμματος όχι μόνο θα έχει μετατοπιστεί προς τα αριστερά, αλλά θα απαιτήσει και ένα επιθετικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Στο κεφάλαιο της πολιτικής, πρέπει να ομολογήσω ότι είχα υποτιμήσει την απήχηση του Μπάιντεν. Όταν οι ψηφοφόροι του Δημοκρατικού Κόμματος αποφάσισαν ότι ο Μπάιντεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος (κάτι για το οποίο εξακολουθώ να έχω επιφυλάξεις), στράφηκαν μαζικά προς το μέρος του. Και όταν η πανδημία άρχισε να θερίζει και να προκαλεί μια οικονομική κρίση που θυμίζει τη Μεγάλη Υφεση, ο Μπάιντεν υιοθέτησε τους καθησυχαστικούς τόνους που περίμεναν οι ψηφοφόροι.

Ακόμη δεν ξέρουμε αν θα κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους, αλλά μπορεί και να μη χρειαστεί: ο Τραμπ κάνει άριστα αυτή τη δουλειά στους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους.

Κάποιος άλλος υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος ίσως να τα πήγαινε εξίσου καλά εν μέσω αυτής της καταστροφικής προεδρίας. Ισως να τα πήγαινε κι ακόμη καλύτερα. Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αλλά η ικανότητα του Μπάιντεν να αισθανθεί και να μεταδώσει ενσυναίσθηση έρχεται πάνω στην ώρα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν εκλεγεί πρόεδρος, αποκλείεται να αρκεστεί στην επιστροφή της οικονομίας στα προηγούμενα επίπεδα και να ξεχάσει όλη αυτή τη φιλολογία περί Ρούσβελτ.

Πολλά θα εξαρτηθούν και από τους συμβούλους του: αρκεί να δει κανείς αυτούς τους τύπους της Γουολ Στριτ που τον συμβουλεύουν για την οικονομική πολιτική. Πρέπει να παραδεχθώ όμως ότι ο Μπάιντεν πηγαίνει πολύ καλύτερα απ’ όσο περίμενα. Και νομίζω ότι δεν είμαι ο μόνος που αισθάνομαι έτσι.

*Ο Πολ Γουόλντμαν είναι αρθρογράφος της Washington Post

Πηγή: Washington Post

© politic.gr
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com